Ο ΦΕΡΕΤΖΕΣ
ΤΟΥ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΥ !
Στην Ελλάδα των σκανδάλων,
της διαφθοράς, της διαπλοκής και της βαθιάς απαξίωσης των θεσμών, η έννοια της εντιμότητας έχει συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται αρετή απλώς και μόνο το γεγονός ότι κάποιος δεν καταδικάστηκε για κλοπή δημόσιου χρήματος.
Έτσι, για ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, «έντιμος» χαρακτηρίζεται όποιος δεν έβαλε το χέρι στο δημόσιο ταμείο, ανεξαρτήτως του πολιτικού του έργου, των επιλογών του ή της συνέπειάς του απέναντι στους πολίτες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζονται κατά καιρούς δημοσκοπήσεις που καταγράφουν ως βασικό πλεονέκτημα του Αλέξη Τσίπρα την «εντιμότητά» του. Αν όμως η εντιμότητα ορίζεται αποκλειστικά ως η απουσία προσωπικού πλουτισμού από δημόσιο χρήμα, τότε το ίδιο χαρακτηριστικό θα έπρεπε να αποδίδεται και σε πλήθος άλλων πολιτικών προσώπων.
Με το ίδιο κριτήριο, γιατί να μη θεωρούνται έντιμοι ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς; Γιατί να μη θεωρούνται έντιμοι ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο Σωκράτης Φάμελλος ή ο Δημήτρης Κουτσούμπας; Ποιος από αυτούς έχει καταδικαστεί για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος; Με την ίδια λογική, ακόμη και πολιτικοί με τους οποίους πολλοί διαφωνούν ιδεολογικά, όπως ο Κυριάκος Βελόπουλος ή η Αφροδίτη Λατινοπούλου, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «έντιμοι» υπό αυτή τη στενή έννοια.
Αντίθετα, πολιτικοί όπως ο Άκης Τσοχατζόπουλος ή ο πρώην δήμαρχος Θεσσαλονίκης Βασίλης Παπαγεωργόπουλος καταδικάστηκαν για υποθέσεις που αφορούσαν κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο χαρακτηρισμός της ανεντιμότητας συνδέθηκε με συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις και αποδεδειγμένες πράξεις.
Συνεπώς, εάν περιορίσουμε την έννοια της εντιμότητας αποκλειστικά στη μη εμπλοκή σε οικονομικά σκάνδαλα, τότε σχεδόν όλοι οι πολιτικοί θεωρούνται εκ προοιμίου έντιμοι μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Πρόκειται όμως για έναν εξαιρετικά φτωχό και ανεπαρκή ορισμό.
Η πολιτική εντιμότητα είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Αφορά τη συνέπεια λόγων και έργων, τον σεβασμό προς τους πολίτες, την ειλικρίνεια απέναντι στην κοινωνία, την ανάληψη ευθύνης για τις αποφάσεις και την τήρηση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται προεκλογικά. Ένας πολιτικός μπορεί να μην έχει ιδιοποιηθεί ούτε ένα ευρώ δημόσιου χρήματος και ταυτόχρονα να κατηγορείται από τους αντιπάλους ή τους επικριτές του για πολιτική αναξιοπιστία, για αντιφάσεις ή για αθέτηση υποσχέσεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για την εντιμότητα δεν μπορεί να εξαντλείται στο ερώτημα «έκλεψε ή δεν έκλεψε». Η δημοκρατία απαιτεί υψηλότερα κριτήρια αξιολόγησης των πολιτικών προσώπων. Διαφορετικά, η εντιμότητα μετατρέπεται σε ένα ελάχιστο προαπαιτούμενο που βαφτίζεται αρετή και χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακό καταφύγιο για να καλύψει την έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού απολογισμού.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας πολλών επικριτών του Αλέξη Τσίπρα: όχι στο αν πλούτισε από το δημόσιο χρήμα, αλλά στο αν υπήρξε πολιτικά συνεπής, αν τήρησε τις δεσμεύσεις του και αν η πολιτική του διαδρομή ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που ο ίδιος καλλιέργησε. Αυτή είναι μια πολιτική κρίση που μπορεί να συζητηθεί και να αξιολογηθεί από τους πολίτες. Δεν ταυτίζεται όμως με την ποινική ή οικονομική διάσταση της εντιμότητας.
Η πραγματική συζήτηση, επομένως, δεν είναι ποιος δεν έκλεψε. Είναι ποιος υπηρέτησε με συνέπεια, ειλικρίνεια και σεβασμό την εμπιστοσύνη που του έδωσαν οι πολίτες. Εκεί κρίνεται η πολιτική εντιμότητα και όχι απλώς στα δικαστικά μητρώα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου