Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2023

Σαν σήμερα:

 Η Δολοφονία 

                                                                                   

Του Γρηγόρη Λαμπράκη και το παρακράτος στο εδώλιο΄

Ο Καραμανλής, μετά την δολοφονία του Λαμπράκη, ενώ έμπαινε στο γραφείο του, φαίνεται να φώναξε: «Μα ποιος επιτελούς κυβερνά αυτόν τον τόπο;».

Θα όφειλε, όμως να γνωρίζει.


 Στις 29 Δεκεμβρίου 1966, οι ένορκοι του Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης στην πολύκροτη δίκη για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ανακοινώνουν την ετυμηγορία τους: καταδικάζονται οι Σπύρος Γκοτζαμάνης και Μανώλης Εμμανουηλίδης σε ποινές φυλάκισης 11 και 8½ χρόνων αντίστοιχα, ενώ απαλλάσσονται όλοι οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που κατηγορούνταν για ηθική αυτουργία και παράβαση καθήκοντος.

«Είχα συστήσει να είναι λαμπρά [η απόφαση] και εκτυφλωτική εις φως, οφείλω να παρατηρήσω ότι εις ορισμένα σημεία μού ενθυμίζει φως εξαντλημένης ηλεκτρικής στήλης. Αλλά εκείνο το οποίον με ξενίζει είναι το ότι αναγνώρισαν ως ελαφρυντικών διά τον Γκοτζαμάνη και τον Εμμανουηλίδη ότι δεν ώθησαν εκ ταπεινών ελατηρίων.

»Τουλάχιστον αυτό το ελαφρυντικών είναι ελαφρώς προσβλητικό. Ας αναγνώριζαν οποιοδήποτε άλλο».

Αυτά ήταν τα λόγια του εισαγγελέα της έδρας, Παύλου Δελαπόρτα, μετά την ανακοίνωση της απόφασης του δικαστηρίου στη δίκη για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Μέχρι σήμερα πιστεύουμε ότι η δίκη για τη δολοφονία Λαμπράκη, η οποία διήρκεσε 67 μέρες και τελείωσε σαν σήμερα το 1966, ήταν μια «λαμπρή» στιγμή της ελληνικής δικαιοσύνης. Η αλήθεια απέχει φυσικά.

Όμως, τα πάντα εξετάζονται μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής ήταν σκοτεινό και ταραγμένο, με το παρακράτος της δεξιάς να διοικεί ουσιαστικά όλη τη χώρα.

Το γεγονός και μόνο τότε ότι έγινε η δίκη και αποκαλύφθηκε η ύπαρξη και η έκταση του παρακράτους αυτού ήταν αναμφίβολα μια νίκη.

Το δικαστήριο, μετά από εκφοβισμούς μαρτύρων και την προσπάθεια να χαρακτηριστεί η υπόθεση ένα «απλό τροχαίο», καταδίκασε τους επιβαίνοντες στο τρίκυκλο που χτύπησε τον Λαμπράκη, Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη, σε 11 και 8,5 χρόνια φυλάκιση αντίστοιχα, ενώ άλλοι 9 καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από 3 έως 15 μήνες.

Μετά την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1967 αποφυλακίστηκαν όλοι.

Ο Δελαπόρτας ως εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την καταδίκη των περισσοτέρων κατηγορουμένων στην υπόθεση, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Με τον ερχομό της χούντας των Συνταγματαρχών εκδιώχθηκε μαζί με άλλους είκοσι εννέα από το δικαστικό σώμα με απόφαση της τότε κυβέρνησης. Πέθανε στις 7 Απριλίου 1980 σε ηλικία 75 ετών.

Το κομβικό σημείο της υπόθεσης, ήταν η προσπάθεια να παρουσιαστεί η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ως «τροχαίο». Ο γιατρός Έξαρχος που υποδέχθηκε τον τραυματισμένο Λαμπράκη στον σταθμό Πρώτων Βοηθειών Θεσσαλονίκης, όταν ανέβηκε στο βήμα, περιέγραψε στο δικαστήριο την αλαζονική συμπεριφορά του Εμμανουηλίδη, ο οποίος κόμπαζε ότι αυτός χτύπησε τον βουλευτή της Αριστεράς.

Στη συνέχεια της δίκης αποκαλύφθηκε ότι ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Δ. Παπαντωνίου, προσπαθούσε να καθοδηγήσει τους γιατρούς και τον ιατροδικαστή, ότι ο Λαμπράκης έχασε τη ζωή του, «προσκρούοντας σε επίπεδη επιφάνεια» (δρόμος). Ο ιατροδικαστής Θεσσαλονίκης Δ. Ροβήθης, διαμαρτυρήθηκε επειδή κάλεσαν τον ιατροδικαστή Καψάσκη, από την Αθήνα. Το θανάσιμο χτύπημα, ήταν ένα μεγάλο κάταγμα τριών (3) εκατοστών, στο βρεγματικό όγκωμα του Λαμπράκη.

Οι καθηγητές Καβαζαράκης, και Αλεξ. Συμεωνίδης, και ο ιατροδικαστής Δ. Ροβήθης που έκανε τη νεκροτομή παρουσία όλων -του Καψάσκη συμπεριλαμβανομένου- κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι: «ο Λαμπράκης εκτυπήθη όρθιος, από αμβλύ Όργανον, λοστό ή αστυνομικό κλομπ».

Ο δικαστής Βασίλης Λαμπρίδης είπε πολλά χρόνια αργότερα στην εκπομπή «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα»: «Ήταν ένα κλίμα φοβίας. Ξεκίνησε με διάφορες ενστάσεις. Οι ενστάσεις κράτησαν 2-3 μέρες. Εμένα προσωπικά ουδείς με ενόχλησε νομίζω ούτε και άλλους συνάδελφους. Όμως μαζεύονταν στο ακροατήριο πολλοί από τους παρακρατικούς. Πρώτα - πρώτα το ακροατήριο, ήταν μικρή η αίθουσα του δικαστηρίου, ήταν 31 οι κατηγορούμενοι -τα ¾ ένα μεγάλο μέρος της αίθουσας ήταν από τους κατηγορουμένους- δίπλα οι δημοσιογράφοι, παρά πέρα ήταν οι αστυνομικοί, από την άλλη πλευρά ήταν οι ένορκοι και η έδρα των δικαστών. Αλλά ήταν βέβαια φοβία, καθένας πρόσεχε τι θα πει και οι μάρτυρες οι περισσότεροι είπαν την αλήθεια όπως πιστεύω εγώ. Ελάχιστοι διέστρεψαν τα πράγματα, ασχέτου του αποτελέσματος».

«Του είχαν διαλύσει το κρανίο»

Ο Λεωνίδας Κοντουδάκης, ένας από τους νέους που συνόδευαν τον Λαμπράκη, θυμάται: «έφτασα πάνω στον Λαμπράκη, έπεσα πάνω από το κεφάλι του, για να τον σηκώσω. Ήρθε ένας τραμπούκος με ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο τούβλα, για να του δώσει τη χαριστική βολή, την έφαγα όμως εγώ, στο κεφάλι, και μου μαύρισε το μισό. Ο Λαμπράκης ήταν κάτω στον δρόμο. Το χτύπημα που δέχτηκε από το τρίκυκλο που πέρασε και τον σκότωσε του είχε διαλύσει το κρανίο. Τον έριξαν κάτω με σιδερολοστό, 100%. Θυμάμαι το κρανίο του που το είχε ακτινογραφία πάνω από το κρεβάτι που χαροπάλευε, το θυμάμαι σαν τώρα. Πώς είναι όταν ρίχνεις μία πέτρα στο τζάμι και σπάει ακτινωτά; Έτσι είχε σπάσει και το κρανίο του. Πώς έσπασε έτσι; Το τρίκυκλο που έτρεχε με 70 χιλιόμετρα ταχύτητα συν τη δύναμη του χεριού, είχε διπλή δύναμη».

Ο Καψάσκης επέμενε ότι το χτύπημα προκλήθηκε από την πτώση, εκδοχή που όμως αποκλείστηκε από τους υπόλοιπους επιστήμονες. Ο Καψάσκης, ενώ απέφυγε να γράψει την άποψή του στην επίσημη γνωμάτευση, επαναλάμβανε πιεστικά τη γνώμη του στο δικαστήριο: «Ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από το τρίκυκλο, έπεσε στην άσφαλτο, και εντεύθεν ο τραυματισμός του».

Οι μαρτυρίες όμως των υπολοίπων γιατρών ήταν διαφορετικές. Ο καθηγητής χειρουργικής Καβαζαράκης, στην κατάθεσή του, επέμεινε ότι: «ο Λαμπράκης δέχθηκε όρθιος το χτύπημα». Ενώ σε μια αποστροφή της δίκης, ο ιατροδικαστής Θεσσαλονίκης Δ. Ροβήθης, ανέφερε στο δικαστήριο, ότι: «Ο ιατροδικαστής Αθηνών Δ. Καψάσκης, είναι εκτός επιστημονικών δεδομένων».

Εάν δεν πηδούσε στο τρίκυκλο ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, η υπόθεση θα είχε κλείσει χωρίς να αποκαλυφθεί τίποτε. Ο Χατζηαποστόλου βλέποντας το τρίκυκλο να απομακρύνεται πήδηξε πάνω στην καρότσα, έδωσε μάχη με τον Εμμανουηλίδη αφοπλίζοντάς τον, και στη συνέχεια σταμάτησε το τρίκυκλο σπάζοντας το τζαμάκι που χώριζε την καρότσα από την καμπίνα και χτυπώντας τον οδηγό Γκοτζαμάνη με ένα κομμάτι γυαλί.

Ο Χατζηαποστόλου, με τη φασαρία που έκανε, ανάγκασε το τρίκυκλο να σταματήσει, συνεπλάκη με τον Γκοτζαμάνη, ο οποίος χτυπούσε τον Χατζηαποστόλου με ένα γκλομπ, και τελικά συνελήφθη με τη βοήθεια ενός φούρναρη και παραδόθηκε σε έναν χωροφύλακα της Τροχαίας, που διερχόταν τυχαία, χωρίς να είναι στο κόλπο.

Ο χωροφύλακας που έκανε το καθήκον του και συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη, ονομαζόταν Χαράλαμπος Ασπιώτης, και μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης μετατέθηκε δυσμενώς στην Ηλεία.

Το γκλοπ του Γκοτζαμάνη χάθηκε από το Ε΄ Αστυνομικό Τμήμα, όπου δεν συντάχθηκε έκθεση σύλληψης, αλλά «αυθόρμητης παρουσίασης», και μάλιστα στις 6 π.μ. της Πέμπτης 23 Μαΐου 1963.

Η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε τις δυσθεώρητες διαστάσεις του παρακράτους της δεξιάς. Ο υπομοίραρχος Καπελώνης έδωσε μάχη για να αποδείξει ότι βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία και εκτελούσε άνωθεν διαταγές. Κατέθεσε ότι ο Μήτσου απαγόρευσε να διαλυθεί η αντισυγκέντρωση. Η Χωροφυλακή με άνωθεν εντολή οργάνωσε τη συγκέντρωση των τραμπούκων.

Η δυαρχία των Μήτσου και Δόλκα, αποδείχθηκε πανίσχυρη. Ο ίδιος ο ταγματάρχης Δόλκας, τέως διοικητής Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, παραδέχθηκε ότι δεν έπαιρνε διαταγές ούτε από τον διοικητή Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Καμουτσή, ούτε από τον υπουργό Βορείου Ελλάδος. Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος, Ιωάννης Χολέβας ήταν ο υψηλός σύνδεσμος του παρακράτους. Αυτό, ανάγκασε τον εισαγγελέα Δελλαπόρτα να δηλώσει: «τα υποπροϊόντα του Χίτλερ να μην μολύνουν το εθνικό σώμα».

Ο Δελλαπόρτας, έκλεισε την αγόρευσή του συνοψίζοντας την υπόθεση σε έξι σημεία:

1. Ο βαρύτατος τραυματισμός του βουλευτή της ΕΔΑ, Γιώργου Τσαρουχά, και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, ήταν προϊόντα των πολιτικών χασμάτων που υπάρχουν στον τόπο μας. Η Δεξιά, έχει αναγάγει το μίσος, σε δόγμα της πολιτικής της.
2. Κατεβλήθη προσπάθεια δικαιολόγησης των γεγονότων, λέγοντας ότι δήθεν εξεγείρονται οι «εθνικόφρονες» πολίτες για τα εγκλήματα των κομμουνιστών επί Κατοχής, και κατά τον Δεκέμβριον του 1944.
3. Η δολοφονία Λαμπράκη δεν αποτελεί επεισόδιο του αντίκομμουνιστικού αγώνα. Ο κομμουνισμός αντιμετωπίζεται μόνον διά παραχωρήσεων του αστικού καθεστώτος προς τον λαόν.
4. Η αντισυγκέντρωση ήταν οργανωμένη από την Αστυνομία, η οποία κατόπιν εντολών εξωκρατικής αρχής, συνειργάζετο με τας παρακρατικάς οργανώσεις.
5. Η Αστυνομία έχει άμεση ευθύνη για τη δολοφονία Λαμπράκη, γιατί ενώ εγνώριζε ότι θα γίνουν επεισόδια, και ενώ είχε λάβει εντολή του εισαγγελέα κ. Αργυρόπουλου να προστατεύσει τη ζωή του Λαμπράκη, δεν έλαβε κανένα μέτρο.
6. Ο Εμμανουηλίδης είναι ο δολοφόνος του Λαμπράκη, αλλά και ο Γκοτζαμάνης είχε μετάσχει στην αντισυγκέντρωση με ανθρωποκτόνον πρόθεση.

Η δολοφονία του Λαμπράκη τάραξε με πολλούς τρόπους το πολιτικό σκηνικό: Η Ένωση Κέντρου θεωρούσε τον Καραμανλή «και ποινικώς υπεύθυνο διά την δολοφονία της Θεσσαλονίκης και ουχί μόνος ηθικώς αλλά και πολιτικώς».

Ο θάνατος του βουλευτή οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή, τη νίκη της Ένωσης Κέντρου στις επόμενες εκλογές και την ίδρυση της «Νεολαίας Λαμπράκη», με πρώτο πρόεδρο τον Μίκη Θεοδωράκη.


Πηγή: CNN Greece

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου